Αμειψισπορά

Λόγιος όρος των μέσων του 19ου αιώνα που σημαίνει την εναλλαγή καλλιεργειών. Πλάστηκε από τον τύπο αμείψι- που προέρχεται από το ρήμα αμείβω, το έχον τη σημασία: ανταλλάσσω, αλλάζω, και τη λέξη σπορά, προκειμένου να αποδοθεί, ίσως, κατά το Ετυμολογικό Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, ο γαλλικός όρος assolement.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s