Χρωμόσωμα

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε  και δημοσιεύθηκε το 1888 από τον Γερμανό ανατόμο Heinrich Wilhelm Gottfried von Waldeyer-Hartz, στην εργασία του “Περί της καρυοκινήσεως και της σχέσεώς της με τη διαδικασία της γονιμοποίησεως”.  Ο όρος συντέθηκε από τις λέξεις χρώμα και σώμα, για να υποδηλωθεί η δυνατότητα των σωματιδίων αυτών που είναι εμφανή κατά τη διάρκεια της μίτωσης και της μείωσης, να βάφονται με τη βοήθεια χρωστικών.

Στην εργασία στην οποία ο Waldeyer εισήγαγε τον όρο σημείωνε: «Είμαι υποχρεωμένος να προτείνω έναν διακριτό τεχνικό όρο, τον όρο χρωμόσωμα, για αυτά τα πράγματα που  Boveri, ονόμασε “χρωματικά στοιχεία”  και που αποτελούν ένα από τα σπουδαιότερα συμβάντα κατά την καρυοκίνηση”.

Ο όρος τελικώς επεβλήθη, και εντάχθηκε στη διεθνή ορολογία της βιολογίας για να δηλώσει τη φυσική βάση των φορέων της κληρονομικότητας.

Στην ελληνική βιβλιογραφία κατά το παρελθόν, είχε αποδοθεί ως χρωματόσωμα.