Αργινίνη

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε από τον Γερμανό χημικό Ernst Schulze προκειμένου να ονομάσει το αμινοξύ που απεμόνωσε το 1886 από χλωρωτικά σπορόφυτα. Ο όρος πλάστηκε από την Ελληνική λέξη αργινόεις -που σημαίνει λευκός, αστραφτερός-ώστε να αποδοθεί η εντύπωση που προκάλεσε στον Schulze ο χρωματισμός του νιτρικού άλατoς της αργινίνης, το οποίο απεμόνωσε, και το επίθημα –ίνη.

 

Advertisements