Πρωτεΐνη

Μεταφορά του γαλλικού protéine που εισήγαγε ο Ολλανδός χημικός Gerhard Johan Mulder το 1838 καθ’ υπόδειξη του Σουηδού χημικού Jöns Jakob Berzelius, προκειμένου να ονομάσει κάθε σύνθετη οργανική ένωση που παίζει κρίσιμο ρόλο στις κυτταρικές διαδικασίες. Η εφαρμογή του όρου στα τέλη του 19ου αιώνα περιορίστηκε στις οργανικές ουσίες που έχουν άλλους βιολογικούς ρόλους, πέραν της προσφοράς ενέργειας και στις αρχές του 20ου αιώνα προσέλαβε την τρέχουσα σημασία του, δηλαδή ως πολυμερών που αποτελούνται από αμινοξέα.

Η γαλλική λέξη πλάστηκε από το επίθετο της ελληνιστικής πρωτείος, που σημαίνει πρωτεύων, πρώτης τάξεως και το επίθημα-ίνη. Κατά το παρελθόν στην ελληνική ορολογία χρησιμοποιείτο για τις πρωτεΐνες ο όρος λευκώματα.

Advertisements