Μεθειονίνη

Πλάστηκε από τις λέξεις μεθύλιο που αποτελεί μεταφορά του ελληνογενούς γαλλικού όρου méthyle, τη λέξη θείον και το παραγωγικό τέρμα -ίνη.

Το μεθύλιο ονομάστηκε έτσι για να δηλωθεί ότι ως συστατικό της μεθυλικής αλκοόλης (ξυλοπνεύματος) προέκυπτε, όπως και η αλκοόλη, μετά την ξηρή απόσταξη ξύλου (ύλης στα Αρχαία Ελληνικά), ώστε το μετά την ύλην παραγόμενο, να καταστεί μεθύλιον. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο όρος πλάστηκε από τις λέξεις της Αρχαίας, μέθυ (δηλαδή κρασί) και τη λέξη ύλη, επειδή η κατανάλωση ξυλοπνεύματος επιφέρει μέθη.

Η λέξη θείον προέρχεται από το ρήμα της Αρχαίας θύω, που έχει τη σημασία θυσιάζω, βγάζω καπνό. 

Η μεθειονίνη, που με την κυστεΐνη αποτελούν τα αμινοξέα που φέρουν θείο, ανακαλύφθηκε το 1922  από τον J.H. Muller και ονομάστηκε έτσι τρία χρόνια αργότερα από τον Ιάπωνα συνεργάτη του S. Odake.

Advertisements