Αδενίνη

Ελληνογενής όρος τον οποίο επενόησε το 1885 ο Γερμανός φυσιολόγος Albrecht Kossel, προκειμένου να ονομάσει τη μια από τις τέσσερις αζωτούχες βάσεις που υπάρχουν σε κάθε νουκλεοτίδιο των νουκλεϊκών οξέων. Ο όρος πλάστηκε από το ουσιαστικό αδένας, καθώς ο Kossel απομόνωσε την αζωτούχο βάση από το πάγκρεας βοδιού και το επίθημα -ίνη.

 

Advertisements

Αγγείον

Υποκοριστικό του ουσιαστικού της Ελληνικής άγγος που σημαίνει το δοχείο. Χρησιμοποιήθηκε από τον Ιπποκράτη για την ονομασία των κοιλοτήτων του ανθρωπίνου σώματος, τον Αριστοτέλη για την ονομασία των φλεβών (Περί τα ζώα ιστορίαι) και τον Θεόφραστο για την ονομασία των περιβλημάτων των φυτών (Περί φυτών Ιστορίας)

Χιασματυπία

Μεταφορά του ελληνογενούς όρου chiasmatypie που επενόησε ο Βέλγος βιολόγος Frans Alfons Janssens και χρησιμοποίησε στην εργασία του που δημοσιεύθηκε το 1909, «Η θεωρία της χιασματυπίας«  προκειμένου να ονομάσει την ανταλλαγή τμημάτων μεταξύ των ομολόγων μη αδελφών χρωματίδων που γίνεται ορατή κατά την πρόφαση της 1ης μειωτικής διαιρέσεως. Ο όρος έχει πλαστεί από τα ελληνικά ουσιαστικά χίασμα και τύπος.  Η λέξη χίασμα,  κατά το Λεξικό των Lidell & Scott αναφέρεται στην απολογία του Ιουστίνου του Μάρτυρος για να προσδιορίσει τον σταυρό, αλλά και στο έργο του Γαληνού: Περί επιδέσμων, για να περιγράψει τους σταυροειδείς επιδέσμους.

Ένζυμο

Μεταφορά του ελληνογενούς γερμανικού όρου Enzym τον οποίο επενόησε το 1878 ο Γερμανός φυσιολόγος Wilhelm Kühne, προκειμένου να ονομάσει τη δυνατότητα των ζυμών να μετατρέπουν τα σάκχαρα σε αλκόολη. Ο όρος κατά τη διάρκεια των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, έλαβε την σύγχρονη σημασία του, ως δηλαδή καταλυτών οι οποίοι επιταχύνουν τις βιοχημικές αντιδράσεις. Ο όρος συντέθηκε από την πρόθεση εν- και το θέμα του ουσιαστικού ζύμη. Αναφέρεται από τον Ιωάννη Δαμασκηνό, και τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, αντιθετικά της λέξης άζυμος, στο πλαίσιο της θεολογικής διαφοράς για το είδος του άρτου που χρησιμοποιείται κατά τη Θεία Ευχαριστία, μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών. 

Αιμοσφαιρίνη

Μεταφορά του όρου της Γερμανικής Hämoglobin,  που προέρχεται από το ομηρικό ουσιαστικό αίμα και το ουσιαστικό της λατινικής globus που σημαίνει σφαίρα. Η αιμοσφαιρίνη, η μεταφέρουσα πρωτεΐνη του αίματος, ανακαλύφθηκε το 1840 από τον Γερμανό βιοχημικό Friedrich Ludwig Hünefeld και ονομάστηκε από τον επίσης Γερμανό βιοχημικό Felix Hoppe-Seyler. 

Ακτίνη

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε από τον Ούγγρο νομπελίστα βιολόγο Szent-Gyorgyi το 1945, προκειμένου να ονομάσει την σφαιρική πρωτεΐνη που συνιστά τα  μικροϊνίδια των ευκαρυωτικών κυττάρων. Η ακτίνη που συντίθεται από την ελληνική λέξη ακτίς και το λόγιο παραγωγικό τέρμα -ίνη, απομονώθηκε, πρώτη φορά το 1942, από τον επίσης Ούγγρο Bruno F Straub και αποδείχθηκε, από τον Szent-Gyorgyi, πως συνδεόμενη με τη μυοσίνη, αποτελεί την ακτινομυοσίνη, δηλαδή την πρωτεΐνη η οποία αλληλεπιδρώντας με το ATP, προκαλεί τη μυϊκή σύσπαση. 

Χρωμόσωμα

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε  και δημοσιεύθηκε το 1888 από τον Γερμανό ανατόμο Heinrich Wilhelm Gottfried von Waldeyer-Hartz, στην εργασία του “Περί της καρυοκινήσεως και της σχέσεώς της με τη διαδικασία της γονιμοποίησεως”.  Ο όρος συντέθηκε από τις λέξεις χρώμα και σώμα, για να υποδηλωθεί η δυνατότητα των σωματιδίων αυτών που είναι εμφανή κατά τη διάρκεια της μίτωσης και της μείωσης, να βάφονται με τη βοήθεια χρωστικών.

Στην εργασία στην οποία ο Waldeyer εισήγαγε τον όρο σημείωνε: «Είμαι υποχρεωμένος να προτείνω έναν διακριτό τεχνικό όρο, τον όρο χρωμόσωμα, για αυτά τα πράγματα που  Boveri, ονόμασε “χρωματικά στοιχεία”  και που αποτελούν ένα από τα σπουδαιότερα συμβάντα κατά την καρυοκίνηση”.

Ο όρος τελικώς επεβλήθη, και εντάχθηκε στη διεθνή ορολογία της βιολογίας για να δηλώσει τη φυσική βάση των φορέων της κληρονομικότητας.

Στην ελληνική βιβλιογραφία κατά το παρελθόν, είχε αποδοθεί ως χρωματόσωμα.