Χίμαιρα

Ουσιαστικό της Αρχαίας Ελληνικής που απαντάται στην Ιλιάδα, στη Θεογνωσία του Ησιόδου, στον Αριστοτέλη (Περί τα ζώα ιστορίαι)  κ.ά. με τη σημασία της μονοετούς αίγας κατά τη θυσία της, της αίγας γενικώς, αλλά και του τέρατος της Μυθολογίας που είχε σώμα αίγας, ουρά φιδιού και κεφαλή λέοντος που απέπνεε φωτιά.

Στη Βιολογία, το ετερόκλητο των οργανισμών από τις οποίες συνίσταται η χίμαιρα, έχει αξιοποιηθεί για να δηλωθεί κάθε οργανισμός, όργανό του ή τμήμα του που αποτελείται από ιστούς διαφορετικής γενετικής συστάσεως, ενώ στη Νεοελληνική το φανταστικό  της υπάρξεώς της,  χαρακτηρίζει κάθε σκοπό, επιθυμία που δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. 

Advertisements

Ανευπλοειδία

Όρος που επενόησε το 1922 ο Σουηδός βοτανολόγος G. Täckholm, προκειμένου να χαρακτηρίσει την κατάσταση στην οποία ο αριθμός των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, οργανισμού κ.τ.λ. δεν είναι πολλαπλάσιος του κανονικού απλοειδούς αριθμού. Ο όρος πλάστηκε στα νέα λατινικά από το ελληνικό στερητικό -αν, το επίρρημα -ευ που σημαίνει καλός, το επίθημα -πλοειδία από το θέμα -πλος το οποίο προέρχεται από το pel της Ι.Ε. που σημαίνει πτυχώνω.  

Χιασματυπία

Μεταφορά του ελληνογενούς όρου chiasmatypie που επενόησε ο Βέλγος βιολόγος Frans Alfons Janssens και χρησιμοποίησε στην εργασία του που δημοσιεύθηκε το 1909, «Η θεωρία της χιασματυπίας«  προκειμένου να ονομάσει την ανταλλαγή τμημάτων μεταξύ των ομολόγων μη αδελφών χρωματίδων που γίνεται ορατή κατά την πρόφαση της 1ης μειωτικής διαιρέσεως. Ο όρος έχει πλαστεί από τα ελληνικά ουσιαστικά χίασμα και τύπος.  Η λέξη χίασμα,  κατά το Λεξικό των Lidell & Scott αναφέρεται στην απολογία του Ιουστίνου του Μάρτυρος για να προσδιορίσει τον σταυρό, αλλά και στο έργο του Γαληνού: Περί επιδέσμων, για να περιγράψει τους σταυροειδείς επιδέσμους.

Χρωμόσωμα

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε  και δημοσιεύθηκε το 1888 από τον Γερμανό ανατόμο Heinrich Wilhelm Gottfried von Waldeyer-Hartz, στην εργασία του “Περί της καρυοκινήσεως και της σχέσεώς της με τη διαδικασία της γονιμοποίησεως”.  Ο όρος συντέθηκε από τις λέξεις χρώμα και σώμα, για να υποδηλωθεί η δυνατότητα των σωματιδίων αυτών που είναι εμφανή κατά τη διάρκεια της μίτωσης και της μείωσης, να βάφονται με τη βοήθεια χρωστικών.

Στην εργασία στην οποία ο Waldeyer εισήγαγε τον όρο σημείωνε: «Είμαι υποχρεωμένος να προτείνω έναν διακριτό τεχνικό όρο, τον όρο χρωμόσωμα, για αυτά τα πράγματα που  Boveri, ονόμασε “χρωματικά στοιχεία”  και που αποτελούν ένα από τα σπουδαιότερα συμβάντα κατά την καρυοκίνηση”.

Ο όρος τελικώς επεβλήθη, και εντάχθηκε στη διεθνή ορολογία της βιολογίας για να δηλώσει τη φυσική βάση των φορέων της κληρονομικότητας.

Στην ελληνική βιβλιογραφία κατά το παρελθόν, είχε αποδοθεί ως χρωματόσωμα.