Ένζυμο

Μεταφορά του ελληνογενούς γερμανικού όρου Enzym τον οποίο επενόησε το 1878 ο Γερμανός φυσιολόγος Wilhelm Kühne, προκειμένου να ονομάσει τη δυνατότητα των ζυμών να μετατρέπουν τα σάκχαρα σε αλκόολη. Ο όρος κατά τη διάρκεια των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, έλαβε την σύγχρονη σημασία του, ως δηλαδή καταλυτών οι οποίοι επιταχύνουν τις βιοχημικές αντιδράσεις. Ο όρος συντέθηκε από την πρόθεση εν- και το θέμα του ουσιαστικού ζύμη. Αναφέρεται από τον Ιωάννη Δαμασκηνό, και τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, αντιθετικά της λέξης άζυμος, στο πλαίσιο της θεολογικής διαφοράς για το είδος του άρτου που χρησιμοποιείται κατά τη Θεία Ευχαριστία, μεταξύ των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών. 

Advertisements

Αιμοσφαιρίνη

Μεταφορά του όρου της Γερμανικής Hämoglobin,  που προέρχεται από το ομηρικό ουσιαστικό αίμα και το ουσιαστικό της λατινικής globus που σημαίνει σφαίρα. Η αιμοσφαιρίνη, η μεταφέρουσα πρωτεΐνη του αίματος, ανακαλύφθηκε το 1840 από τον Γερμανό βιοχημικό Friedrich Ludwig Hünefeld και ονομάστηκε από τον επίσης Γερμανό βιοχημικό Felix Hoppe-Seyler. 

Ακτίνη

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε από τον Ούγγρο νομπελίστα βιολόγο Szent-Gyorgyi το 1945, προκειμένου να ονομάσει την σφαιρική πρωτεΐνη που συνιστά τα  μικροϊνίδια των ευκαρυωτικών κυττάρων. Η ακτίνη που συντίθεται από την ελληνική λέξη ακτίς και το λόγιο παραγωγικό τέρμα -ίνη, απομονώθηκε, πρώτη φορά το 1942, από τον επίσης Ούγγρο Bruno F Straub και αποδείχθηκε, από τον Szent-Gyorgyi, πως συνδεόμενη με τη μυοσίνη, αποτελεί την ακτινομυοσίνη, δηλαδή την πρωτεΐνη η οποία αλληλεπιδρώντας με το ATP, προκαλεί τη μυϊκή σύσπαση.