Μεθειονίνη

Πλάστηκε από τις λέξεις μεθύλιο που αποτελεί μεταφορά του ελληνογενούς γαλλικού όρου méthyle, τη λέξη θείον και το παραγωγικό τέρμα -ίνη.

Το μεθύλιο ονομάστηκε έτσι για να δηλωθεί ότι ως συστατικό της μεθυλικής αλκοόλης (ξυλοπνεύματος) προέκυπτε, όπως και η αλκοόλη, μετά την ξηρή απόσταξη ξύλου (ύλης στα Αρχαία Ελληνικά), ώστε το μετά την ύλην παραγόμενο, να καταστεί μεθύλιον. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο όρος πλάστηκε από τις λέξεις της Αρχαίας, μέθυ (δηλαδή κρασί) και τη λέξη ύλη, επειδή η κατανάλωση ξυλοπνεύματος επιφέρει μέθη.

Η λέξη θείον προέρχεται από το ρήμα της Αρχαίας θύω, που έχει τη σημασία θυσιάζω, βγάζω καπνό. 

Η μεθειονίνη, που με την κυστεΐνη αποτελούν τα αμινοξέα που φέρουν θείο, ανακαλύφθηκε το 1922  από τον J.H. Muller και ονομάστηκε έτσι τρία χρόνια αργότερα από τον Ιάπωνα συνεργάτη του S. Odake.

Advertisements

Χίμαιρα

Ουσιαστικό της Αρχαίας Ελληνικής που απαντάται στην Ιλιάδα, στη Θεογνωσία του Ησιόδου, στον Αριστοτέλη (Περί τα ζώα ιστορίαι)  κ.ά. με τη σημασία της μονοετούς αίγας κατά τη θυσία της, της αίγας γενικώς, αλλά και του τέρατος της Μυθολογίας που είχε σώμα αίγας, ουρά φιδιού και κεφαλή λέοντος που απέπνεε φωτιά.

Στη Βιολογία, το ετερόκλητο των οργανισμών από τις οποίες συνίσταται η χίμαιρα, έχει αξιοποιηθεί για να δηλωθεί κάθε οργανισμός, όργανό του ή τμήμα του που αποτελείται από ιστούς διαφορετικής γενετικής συστάσεως, ενώ στη Νεοελληνική το φανταστικό  της υπάρξεώς της,  χαρακτηρίζει κάθε σκοπό, επιθυμία που δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί. 

Κεντρόσωμα-Κεντροσωμάτιο

Μεταφορά του ελληνογενούς όρου centrosoma ο οποίος πλάστηκε το 1877 από τον Γερμανό βιολόγο Theodor Boveri, προκειμένου να αποδώσει τον χαρακτήρα του, ως το “δυναμικό κέντρο του κυττάρου, του οποίου η διαίρεση δημιουργεί τα κέντρα σχηματισμού των θυγατρικών κυττάρων, κέντρα γύρω από τα οποία διατάσσονται συμμετρικά, όλα τα οργανίδια που αποτελούν κάθε θυγατρικό κύτταρο”. Στην ελληνική ορολογία αποδίδεται και ως κεντροσωμάτιο.

Ανευπλοειδία

Όρος που επενόησε το 1922 ο Σουηδός βοτανολόγος G. Täckholm, προκειμένου να χαρακτηρίσει την κατάσταση στην οποία ο αριθμός των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, οργανισμού κ.τ.λ. δεν είναι πολλαπλάσιος του κανονικού απλοειδούς αριθμού. Ο όρος πλάστηκε στα νέα λατινικά από το ελληνικό στερητικό -αν, το επίρρημα -ευ που σημαίνει καλός, το επίθημα -πλοειδία από το θέμα -πλος το οποίο προέρχεται από το pel της Ι.Ε. που σημαίνει πτυχώνω.  

Προλίνη

O όρος αποτελεί σύντμηση της λέξης πυρρολιδίνη η οποία αναφέρεται σε μια ετεροκυκλική αμίνη, της οποίας η προλίνη είναι παράγωγο. Η προλίνη συντέθηκε το 1900 από τον Γερμανό χημικό Richard Martin Willstatter και απομονώθηκε από την καζεΐνη του γάλακτος το 1901 από τον Γερμανό χημικό Hermann Emil Fischer, ο οποίος την ονοματοδότησε.

Πρωτεΐνη

Μεταφορά του γαλλικού protéine που εισήγαγε ο Ολλανδός χημικός Gerhard Johan Mulder το 1838 καθ’ υπόδειξη του Σουηδού χημικού Jöns Jakob Berzelius, προκειμένου να ονομάσει κάθε σύνθετη οργανική ένωση που παίζει κρίσιμο ρόλο στις κυτταρικές διαδικασίες. Η εφαρμογή του όρου στα τέλη του 19ου αιώνα περιορίστηκε στις οργανικές ουσίες που έχουν άλλους βιολογικούς ρόλους, πέραν της προσφοράς ενέργειας και στις αρχές του 20ου αιώνα προσέλαβε την τρέχουσα σημασία του, δηλαδή ως πολυμερών που αποτελούνται από αμινοξέα.

Η γαλλική λέξη πλάστηκε από το επίθετο της ελληνιστικής πρωτείος, που σημαίνει πρωτεύων, πρώτης τάξεως και το επίθημα-ίνη. Κατά το παρελθόν στην ελληνική ορολογία χρησιμοποιείτο για τις πρωτεΐνες ο όρος λευκώματα.

Αργινίνη

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε από τον Γερμανό χημικό Ernst Schulze προκειμένου να ονομάσει το αμινοξύ που απεμόνωσε το 1886 από χλωρωτικά σπορόφυτα. Ο όρος πλάστηκε από την Ελληνική λέξη αργινόεις -που σημαίνει λευκός, αστραφτερός-ώστε να αποδοθεί η εντύπωση που προκάλεσε στον Schulze ο χρωματισμός του νιτρικού άλατoς της αργινίνης, το οποίο απεμόνωσε, και το επίθημα –ίνη.