Ανευπλοειδία

Όρος που επενόησε το 1922 ο Σουηδός βοτανολόγος G. Täckholm, προκειμένου να χαρακτηρίσει την κατάσταση στην οποία ο αριθμός των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, οργανισμού κ.τ.λ. δεν είναι πολλαπλάσιος του κανονικού απλοειδούς αριθμού. Ο όρος πλάστηκε στα νέα λατινικά από το ελληνικό στερητικό -αν, το επίρρημα -ευ που σημαίνει καλός, το επίθημα -πλοειδία από το θέμα -πλος το οποίο προέρχεται από το pel της Ι.Ε. που σημαίνει πτυχώνω.  

Advertisements

Προλίνη

O όρος αποτελεί σύντμηση της λέξης πυρρολιδίνη η οποία αναφέρεται σε μια ετεροκυκλική αμίνη, της οποίας η προλίνη είναι παράγωγο. Η προλίνη συντέθηκε το 1900 από τον Γερμανό χημικό Richard Martin Willstatter και απομονώθηκε από την καζεΐνη του γάλακτος το 1901 από τον Γερμανό χημικό Hermann Emil Fischer, ο οποίος την ονοματοδότησε.

Πρωτεΐνη

Μεταφορά του γαλλικού protéine που εισήγαγε ο Ολλανδός χημικός Gerhard Johan Mulder το 1838 καθ’ υπόδειξη του Σουηδού χημικού Jöns Jakob Berzelius, προκειμένου να ονομάσει κάθε σύνθετη οργανική ένωση που παίζει κρίσιμο ρόλο στις κυτταρικές διαδικασίες. Η εφαρμογή του όρου στα τέλη του 19ου αιώνα περιορίστηκε στις οργανικές ουσίες που έχουν άλλους βιολογικούς ρόλους, πέραν της προσφοράς ενέργειας και στις αρχές του 20ου αιώνα προσέλαβε την τρέχουσα σημασία του, δηλαδή ως πολυμερών που αποτελούνται από αμινοξέα.

Η γαλλική λέξη πλάστηκε από το επίθετο της ελληνιστικής πρωτείος, που σημαίνει πρωτεύων, πρώτης τάξεως και το επίθημα-ίνη. Κατά το παρελθόν στην ελληνική ορολογία χρησιμοποιείτο για τις πρωτεΐνες ο όρος λευκώματα.

Αργινίνη

Ελληνογενής όρος που επινοήθηκε από τον Γερμανό χημικό Ernst Schulze προκειμένου να ονομάσει το αμινοξύ που απεμόνωσε το 1886 από χλωρωτικά σπορόφυτα. Ο όρος πλάστηκε από την Ελληνική λέξη αργινόεις -που σημαίνει λευκός, αστραφτερός-ώστε να αποδοθεί η εντύπωση που προκάλεσε στον Schulze ο χρωματισμός του νιτρικού άλατoς της αργινίνης, το οποίο απεμόνωσε, και το επίθημα –ίνη.

 

Αδενίνη

Ελληνογενής όρος τον οποίο επενόησε το 1885 ο Γερμανός φυσιολόγος Albrecht Kossel, προκειμένου να ονομάσει τη μια από τις τέσσερις αζωτούχες βάσεις που υπάρχουν σε κάθε νουκλεοτίδιο των νουκλεϊκών οξέων. Ο όρος πλάστηκε από το ουσιαστικό αδένας, καθώς ο Kossel απομόνωσε την αζωτούχο βάση από το πάγκρεας βοδιού και το επίθημα -ίνη.

 

Αγγείον

Υποκοριστικό του ουσιαστικού της Ελληνικής άγγος που σημαίνει το δοχείο. Χρησιμοποιήθηκε από τον Ιπποκράτη για την ονομασία των κοιλοτήτων του ανθρωπίνου σώματος, τον Αριστοτέλη για την ονομασία των φλεβών (Περί τα ζώα ιστορίαι) και τον Θεόφραστο για την ονομασία των περιβλημάτων των φυτών (Περί φυτών Ιστορίας)

Χιασματυπία

Μεταφορά του ελληνογενούς όρου chiasmatypie που επενόησε ο Βέλγος βιολόγος Frans Alfons Janssens και χρησιμοποίησε στην εργασία του που δημοσιεύθηκε το 1909, «Η θεωρία της χιασματυπίας«  προκειμένου να ονομάσει την ανταλλαγή τμημάτων μεταξύ των ομολόγων μη αδελφών χρωματίδων που γίνεται ορατή κατά την πρόφαση της 1ης μειωτικής διαιρέσεως. Ο όρος έχει πλαστεί από τα ελληνικά ουσιαστικά χίασμα και τύπος.  Η λέξη χίασμα,  κατά το Λεξικό των Lidell & Scott αναφέρεται στην απολογία του Ιουστίνου του Μάρτυρος για να προσδιορίσει τον σταυρό, αλλά και στο έργο του Γαληνού: Περί επιδέσμων, για να περιγράψει τους σταυροειδείς επιδέσμους.